Posted on May 20th, 2008 at 11:39 pm by Jean-Lyc
Τις τελευταίες μέρες, ακούω τον τελευταίο δίσκο της Ευσταθίας. Μπορεί να είναι ένα κόλλημα που θα μου φύγει σύντομα, αλλά, και πάλι, θα είμαι της γνώμης πως πρόκειται για έναν καλό δίσκο.
Χρόνια τώρα, είναι πεποίθησή μου πως το μέρος στο οποίο πάσχει περισσότερο η σύγχρονη ελληνική τραγουδοποιία, είναι ο στίχος. Και είναι ένα πρόβλημα που αγνοεί τη διάκριση έντεχνου / λαϊκού. Και τα δύο είδη αναλώνονται είτε στη δημιουργία τραγουδιών «θύματος», είτε στην κατάδυση σε απύθμενες ερωτικές απογοητεύσεις. Ακόμα κι όταν το αποτέλεσμα είναι πετυχημένο (π.χ. Αλκίνοος, που λατρεύω) υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής που δεν είναι άλλος από την αφαιρετική και υποκειμενική προσέγγιση του συμβάντος.
Δύο είναι οι εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα της ελληνικής στιχουργίας. Η μία είναι ο Φοίβος Δεληβοριάς. Η δεύτερη εξαίρεση είναι η Ευσταθία. Σε αυτόν το δίσκο προσπαθεί κάτι εξ ορισμού δύσκολο: αποφασίζει να κάνει τραγούδια τα θέματα για τα οποία κανείς δε θέλει να μιλάει – πόσο μάλλον να τραγουδήσει γι’ αυτά. Και το τελευταίο, βέβαια, είναι μια καλή δικαιολογία για τους υπόλοιπους στιχουργούς. Αλλά εγώ χαίρομαι που βρέθηκε μια γυναίκα να τραγουδήσει για την καθημερινότητα, για το πόσο δραματικά έχει αλλάξει η ζωή των σημερινών τριαντάρηδων από τα παιδικά χρόνια μέχρι σήμερα («Κάποτε») για την απώλεια του ελεύθερου χρόνου («Ελεύθερος χρόνος») για τη δουλειά που σε θέλει ολοκληρωτικά («Έχεις meeting») τη δυναστεία του lifestyle («Όλα αλλάζουν») και γενικότερα, για την αντιποιητική, αντιρομαντική, αντιπαθητική αλλά απολύτως πραγματική πλευρά της ζωής.
Κι η Ευσταθία το πετυχαίνει χάρη σε έναν ιδιαίτερο, υποδόριο σαρκασμό στους στίχους: «Είχα βρει σπίτι, σύζυγο, δουλειά στρωμένη κι ένα τζιπ στα πεζοδρόμια να ανεβαίνει». Ένα σαρκασμό που μπορεί να περάσει απαρατήρητος από τους περιστασιακούς ακροατές, αλλά από αυτούς περνάνε πολλά απαρατήρητα, έτσι κι αλλιώς. Κι η φωνή της σκληρή, όχι πριόνι όπως π.χ. της Πρωτοψάλτη, αλλά χωρίς γλυκά συναισθήματα· ο χαρακτήρας του δίσκου, δεν είναι μια γυναίκα χωρίς συναισθήματα, αλλά μια γυναίκα που αναγκάζεται να τα αφήσει στην άκρη. Κι η ερμηνεία δίνει ακριβώς αυτό το στίγμα: «κι ούτε πρόβλημα κανένα, όλα είναι τελειωμένα, σαν απλώνω τη μπουγάδα το πρωΐ στο καλάθι το δικό μου, καθαρό το σ’ αγαπώ μου, το απλώνω με τα ρούχα στο σκοινί». Ένας στίχος-αποτύπωμα μιας εποχής που έχει κάνει την αγάπη ένα ακόμα αναλώσιμο προϊόν.
Καταλαβαίνω πως αυτό το στυλ μπορεί να μην αρέσει σε πολλούς. Έτσι κι αλλιώς, το διευκρίνισα από την αρχή, η θεματολογία είναι κατ’ εξοχήν αντιποιητική. Ωστόσο, πιστεύω ακράδαντα πως, ένας ιστορικός του μέλλοντος, αν θελήσει να μελετήσει το πως ζούσαν οι άνθρωποι της εποχής μας, τις πληροφορίες του δε θα μπορεί να τις πάρει από άλλους στιχουργούς παρά από αυτούς τους δύο: το Φοίβο Δεληβοριά και την Ευσταθία. Και το ότι αυτό το δίπολο το αποτελούν ένας ευαίσθητος άντρας και μια σκληρή γυναίκα, είναι κι αυτό ένα αποτύπωμα της εποχής μας.
