Ραχμάνινοφ: Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι
Posted on July 27th, 2007 at 8:22 am by Jean-Lyc
Ας αρχίσουμε από τα αρνητικά. Η «Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι», είναι ένα έργο της ποπ κλασικής μουσικής. Ακόμα χειρότερα, προδίδει πως ο Ραχμάνινοφ, αφού έχει προηγουμένως προδώσει την εργατική τάξη (διάβαζε «μετοίκησε στις ΗΠΑ»), έχει παραδοθεί στην τρυφηλότητα του καπιταλισμού. Έτσι, η «Ραψωδία» είναι ένα έργο γραμμένο καθαρά για έναν πιανίστα σούπερ-σταρ, που του δίνει την ευκαιρία να φορέσει την πιο καλοραμμένη του ρεντικότα και το πιο αστραφτερό του πουκάμισο και να παίξει το έργο στο Holywood Bowl – άλλωστε, η ενορχήστρωση είναι δεόντως αστραφτερή, ώρες ώρες μοιάζει σαν να την έχει κάνει ο Mantovani.
Όχι, όχι, δεν πρόκειται να θάψω το έργο. Αλλά, ό,τι αγαπάμε, δεν έχουμε δικαίωμα να το σατιρίζουμε και λίγο;

Το έργο λοιπόν ξεκινάει με την ορχήστρα που αναγγέλει το τσαχπίνικο κι εξωστρεφές θέμα του Παγκανίνι. Το πιάνο, περιορίζεται. Όχι όμως για πολύ. Λίγα μέτρα μετά, τα δάχτυλα ξεχύνονται στο κλαβιέ, σαν παιδάκια που, από την κλεισούρα του διαμερίσματος αμολήθηκαν στην εξοχή. Ο διάλογος μεταξύ ορχήστρας και πιάνου κλιμακώνεται. Τα παιδάκια αγωνίζονται το ένα το άλλο στο τρέξιμο. Πάνω στο παιχνίδι τσαντίζονται, τσακώνονται, αλλά περνάνε πολύ ωραία!
Ξαφνικά όμως, κάνει την εμφάνισή του ένα άλλο θέμα. Τι κραυγαλέα αντίθεση, απέναντι από το σκανταλιάρικο θέμα του Παγκανίνι, να αντιπαρατίθεται το σήμα κατατεθέν της καθολικής νεκρώσιμης ακολουθίας, Dies Irae. Μήπως να φταίει πως ο Ραχμάνινοφ, «ένας δίμετρος κατσούφης» κατά το Στραβίνσκι, δεν άντεχε τόση χαρά μαζεμένη σε ένα κομμάτι κι ήθελε να το χαλάσει;

Καμμία σχέση. Εδώ, αυτό που έπαιξε, ήταν μια ταύτιση του Β-Ραχμάνινοφ, ενός Βραχμάνου του πιάνου, με τον Παγκανίνι, βιρτουόζο του βιολιού που, ως γνωστόν είχε κάνει συμφωνία με το Σατανά προκειμένου να μάθει να παίζει έτσι βιολί (παρένθεση, μια συμφωνία ιδιαίτερα επικερδής για το Βατικανό, αφού ο γιός του Παγκανίνι, αφού γύρισε όλη την Ευρώπη προσπαθώντας να θάψει τον πατέρα του, αναγκάστηκε να *εχμ* «προσφέρει» όλη την περιουσία του στους παπάδες για να δεχτούν να τον θάψουν). Άρα, έχουμε να κάνουμε με την αντιπαράθεση του ζωηρού κόσμου ενός βιρτουόζου, με το ζοφερό κόσμο ενός παπά.

Με λίγη προσοχή λοιπόν, θα δούμε πως ο παπάς (το Dies Irae) υπονομεύεται ήδη από την πρώτη του έκθεση, με πολύ τακτ, σχεδόν ανεπαίσθητα. Ο Σεργκέι κλείνει το μάτι συνωμοτικά στον Νικολό. Αλλά αυτό δεν παίζει ρόλο ακόμα στη σύνθεση. Ήδη με την εμφάνιση του παπά, ο Παγκανίνι (το θέμα του δηλαδή) τα παίρνει στο κρανίο!
Η υπόλοιπη σύνθεση έχει χωρίσει την ορχήστρα σε δύο αντίπαλες μουσικές δυνάμεις. Τις φωτεινές του Παγκανίνι και τις σκοτεινές του Παπά. Ο ένας βρίζει, ο άλλος απειλεί. Η σύγκρουση δε βγάζει ακόμα πουθενά. Οι αντίπαλοι συντάσσονται, οχυρώνονται και μετρούν τις δυνάμεις τους.

Στο δεύτερο μέρος οι αντίπαλοι, ενδοσκοπούνται. Προετοιμάζονται εσωτερικά για τη διαμάχη τους. Ρίχνουν όμως και μερικές ματιές στον αντίπαλο. Εμείς κρυφοκοιτάμε. Ιδιοφυής η στιγμή που επιλέγει ο Ραχμάνινοφ για αναστρέψει το θέμα του Παγκανίνι (13η παραλλαγή), επιδεικνύοντας μας μια υπερηφάνεια που ωριμάζει στη φημισμένη μεγαλειώδη 18η παραλλαγή: οι δύο αντίπαλες δυνάμεις, σαν να έχουν αποδεχτεί ενδόμυχα η μία την αξία της άλλης, συναντώνται σε ένα αρμονικό, ηλιόλουστο απόσπασμα πριν την καταιγίδα του τρίτου μέρους.

Ωστόσο, το γάντι έχει ριχτεί κι η μονομαχία πρέπει να γίνει. Το τρίτο μέρος αρχίζει και οι μουσικοί στρατοί των δύο παρατάξεων σχηματίζονται. Η επίθεση πραγματοποιείται από ένα παράξενο ιππικό, το οποίο το φαντάζομαι – σε κινούμενο σχέδιο στυλ Tex Avery – να αποτελείται από πιανίστες που έχουν γίνει ένα με το πιάνο τους το οποίο καλπάζει μαζί με το σκαμπό, καθώς οι πρώτοι παίζουν μανιασμένα, έχοντας πάρει το πιο οργισμένο ύφος που μπορεί να πάρει πιανίστας την ώρα της ερμηνείας. Τα δύο αντίπαλα ιππικά ορμάνε μανιασμένα στο κέντρο του πεδίου μάχης, για να εμπλακούν σε μια υπέροχη σύγκρουση, κάτι σαν τις μάχες του Αστερίξ και του Οβελίξ με τους ρωμαίους, μόνο που αντί για μπούφλες, αυτό που προκύπτει είναι μια πανδαισία από χρώματα και νότες.

Αντίθετα από ότι συμβαίνει στους πραγματικούς πολέμους, κερδίζουν και οι δύο παρατάξεις οι οποίες πλέον συνεργάζονται για το εκθαμβωτικό φινάλε – ααααχ, στις τελευταίες συγχορδίες της ορχήστρας, πρέπει να υπάρχει ένας τεχνικός να αλλάζει τα χρώματα στα φώτα – στο οποίο όμως, την τελευταία νότα, την έχει ο Παγκανίνι. Σαν ένα παιδάκι που σου βγάζει τη γλώσσα.

Άλλωστε, το αρχικό θέμα είναι από ένα καπρίτσιο του Παγκανίνι!

Το πρώτο μέρος, από τον ίδιο το συνθέτη:


Το τρίτο μέρος, από το Δημήτρη Σγούρο:

Riccardo Cocciante – Margherita
Posted on July 26th, 2007 at 9:09 am by Jean-Lyc


Ο Riccardo Cocciante έγινε γνωστός στη χώρα μας εκεί τα χρόνια του 90 με το Se stiamo insieme. Ωραίο τραγούδι, σίγουρα, αλλά όχι αρκετό για να μου κινήσει το ενδιαφέρον για την ιστορία του τραγουδοποιού.

Δεν ήξερα τότε για την ύπαρξη της Μαργαρίτας. 
Τη γνωριμία μου μαζί της, την οφείλω στον ιταλοσπουδαγμένο αδερφό μου, ο οποίος μου πρότεινε να το κατεβάσω.
Ο έρωτας με αυτό το τραγούδι άρχισε σιγά σιγά. Την πρώτη ακρόαση τη βρήκα απλώς ενδιαφέρουσα (τρομάρα μου), αλλά υπογείως, είχε αρχίσει να δρα το ξόρκι. Αυτό το τραγούδι είχε κάτι.
Άρχισα να προσέχω τους στίχους.
«Io non posso stare fermo
con le mani nelle mani…»
Και, πια, ούτε εγώ δεν μπορούσα να μείνω με τα χέρια σταυρωμένα. Κι ακόμα κι αν ακολουθώ τον Riccardo που ξυπνά όλους τους εραστές και τους ζητά να φιληθούν ακόμα πιο παθιασμένα, που φτάνει ως τον ουρανό για να της διαλέξει ένα αστέρι, η σκέψη και των δυο μας δεν έχει ξεφύγει στιγμή στην Margherita, η οποία είναι εκεί, ξαπλωμένη.
Πού είναι ξαπλωμένη; Τι έχει συμβεί;
Έχω ψάξει στο internet, να μάθω περισσότερα για την ταυτότητα της αινιγματικής πρωταγωνίστριας του τραγουδιού. Τίποτα. Το κομμάτι είναι μέρος του concept album “Concerto per Margherita”. Ακολούθησε ακόμα μια αναζήτηση του album η οποία επίσης δεν απέδωσε καρπούς. Έτσι, μένω με τη μοναδική πληροφορία που μας αποκαλύπτεται στο τέλος του τραγουδιού: «Margherita, adesso, è mia».
Όσοι δεν παρασυρθούν από την ομορφιά της μελωδίας, θα παρατηρήσουν πως ο Cocciante τραγουδά το κομμάτι θεατρικά κατά τη γαλλική σχολή. Άλλωστε, είναι μισός Γάλλος. Αν προσθέσουμε και το γεγονός πως γεννήθηκε στη Σαϊγκόν, δεν είναι παράξενο που το άλμπουμ κυκλοφόρησε στα ιταλικά, τα γαλλικά και τα ισπανικά.
Εννοείται πως κατέβασα και τις άλλες δύο εκδοχές του τραγουδιού. Όχι, δε διαφωτίζουν περισσότερο το μυστήριο. Πιο «γυμνή» η γαλλική εκδοχή, αφού δεν έτυχε της ενορχήστρωσης του Βαγγέλη Παπαθανασίου όπως οι άλλες δύο – τα προσεκτικά αυτιά θα ξεχωρίσουν τους Vangelisμούς της ιταλικής εκδοχής. Όσο για την ισπανική εκδοχή, όσο κι αν μου αρέσει η γλώσσα, δυστυχώς δεν καταφέρνει να αποτυπώσει τα ίδια συναισθήματα.
Θα πρέπει σίγουρα να ακούσετε και τη ζωντανή εκτέλεση: στην αρχή δε σου γεμίζει το αυτί. Μάλλον κατώτερη της ηχογράφησης. Και τελειώνει το τραγούδι. Αλλά, ξαφνικά, ο Riccardo αρχίζει να τραγουδά το κομμάτι από την αρχή, a capella. Και το κοινό από κάτω, απαντά. Και τότε αρχίζει η μαγεία. 
Σας διάλεξα τη γυμνή, γαλλική εκδοχή του τραγουδιού.
«Margherita, adesso, è mia…»

  Next Entries »